Древнегреческий словарь


Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

ῥᾴδιος

ῥᾴδιος
adj.=3 3 , редко adj.=2 2 , эп.-ион. ῥηΐδιος adj.=3 3
(compar. ῥᾴων, ῥᾷον - эп. ῥηίτερος; superl. ῥᾷστος - эп.-ион. ῥήϊστος, эп. тж. ῥηΐτατος)
; 1) легкий, нетрудный
           ex. (ἔπος Hom.; οἶμος Hes.; ὁδός Plat.; βίος Men.; τάφρος ῥηϊδίη περῆσαι Hom.)
ῥηΐτεροι πολεμίζειν ἦσαν Ἀχαιοί Hom. (тогда) легче было воевать с ахейцами;
ῥᾷστος ἐς τὸ βλάπτεσθαι Thuc. — весьма легко поражаемый, крайне уязвимый;
οὐ ῥᾴδιον μέ ἐπαινεῖν σε Plat. — трудно не похвалить тебя;
ῥᾴων ἔσομαι Dem. — мне будет легче (на душе);
ῥᾴονι χρῆσθαί τινι Dem. — легче совладать с кем-л.
; 2) легкомысленный, беспечный, беззаботный
           ex. (ἤθεα Eur.)
ῥ. τὸν τρόπον Luc. — легкомысленного характера

Случайная выборка слов

Ναρκισσος, χαλκωρυχιον, αιγιλος, βαρυδικος, ακηλητος, Δρυοψ, διζωος, μεγαλοκευθης, Δαιδαλος, ανομβρος, σχηματισμος, φωνεισα, λαικαστρια, Πινδαρειος, ιου, σταφυλοκλοπιδης, σκινδαλαμοφραστης, τετράρρυμος, Μασσανασσης, επιδιειλον, Κορυβας, νεοδαμωδης, συνεπιλαμβανω, πυληγορας, ερεριπτο, παλησειε, Καφηρευς, αλλυω, ακριτοφυρτος, ενδοτερω, Ποσειδων, ὑποζεύγνυμι, αποτυμπανιζω, διαπιθανευομαι, αποτιλμα, αλειμμα, συνανακυκλεομαι, κατασκελλω, ομοιοειδης, πανδυρτος, υποδυσις, κατασοφιζομαι, ορθως, ολιγοποτεω, σαγηνευω, αλλως, ηλειψα, αλλαχοθι, συντεχνος, κατωμαδον, σωκρατιστης, συναρηρα, αντιδιεξειμι, ανακωλος, ψοθοιος, Φιλυρα, προυπεμψα, αελλοπους, εωθεν, εμπρωρος, ακαρη, μονοκοτυλος, διαστυλοω, ισομετωπος, υπερασθενης, μουσοπολος, ζευγιππης, δριλος, εξαιματτω, ανταειρομαι, προσεγγελαω, κυριττω, αρνακις, αντεξαγω, δεκαπλεθρος, εξηκοντακλινος, λαπασσω






наши новости: