Эскорт-услуги в Москве от Queens Palace






Древнегреческий словарь


Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

σακοδερμίτης

σακοδερμίτης
σᾰκο-δερμίτης
-ου (ῑ) adj. m покрытый щитовидной кожей (sc. ὄφις Soph.)

Случайная выборка слов

Σπευσιππος, απαγλαιζω, ποναθῃ, λοχαγος, Διακος, απατητος, Φλυασιος, ευθυμια, υνις, χασμη, μαργος, δυσεντερικος, Γαργαρεις, ευρυβατος, αταπεινωτος, Πολυβιος, αυτοστολος, προτερω, αβολος, αβροβιος, τεκνοποιητικη, πέπραχα, αδελφοτης, αγω, °συνιει, εχινεες, επιζαρεω, εκταιος, πρασια, βρυχομαι, επιπνεω, εκκατειδον, μεγαλοστομος, ενηχεω, επεισερχομαι, ανειλισσω, περιειλλω, κυματωγη, δωδεκαμηνος, θαλπιοων, ιοχεαιρα, τᾰριχοπώλης, πολυσκαλμος, τουπισω, μυθιαζομαι, μαστιγονομεομαι, συμπαρακομιζω, αρπαλιζω, περιζυγα, Φειδιας, οπταω, αιχμαλωτικος, διδασκαλια, ξυγκαθευδω, °συνθιασωτης, ηπου, εκτιθηνεομαι, φθειροποιος, πακτα, αταλλω, σκιαγραφημα, προυφαιρεω, προσερπω, Μιλλατος, δημοτις, μυροχριστος, ομαιχμια, αλεξανδρος, πολυπτοητος, πεσσονομεω, συνεκκομιζω, δημιος, κειατο, απεμφασις, μοναρχεω, υφαλος, κατωτατος


наши новости: